πείρα


πείρα
ἡ πείρα попытка, проба

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πείρα" в других словарях:

  • πειρά — πειρά̱ , πειρά sharp point fem nom/voc/acc dual πειρά̱ , πειρά sharp point fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πείρα — Πείρᾱ , Πείρευς masc acc sg (attic) Πείρᾱ , Πείρης masc nom/voc/acc dual Πείρᾱ , Πείρης masc voc sg (attic) Πείρᾱ , Πείρης masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πειρᾷ — πειρά sharp point fem dat sg (attic doric aeolic) πειράω attempt pres subj mp 2nd sg πειράω attempt pres ind mp 2nd sg (epic) πειράω attempt pres subj act 3rd sg πειράω attempt pres ind act 3rd sg (epic) πειράζω make proof fut ind mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πείρᾳ — Πείρᾱͅ , Πείρης masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πείρα — η / πεῑρα, ιων. τ. πείρη, αιολ. τ. πέρρα, ΝΜΑ η πράξη και το αποτέλεσμα τού πειρώμαι, η δοκιμή, η δοκιμασία, η γνώση που αποκτήθηκε έπειτα από δοκιμή στην πράξη, η εμπειρία («πεῑρά τοι μαθήσιος ἀρχά», Αλκμ.) νεοελλ. 1. καθετί που πέφτει στην… …   Dictionary of Greek

  • πείρα — πεί̱ρᾱ , πεῖρα trial fem nom/voc/acc dual πείρᾱ , πειράω attempt pres imperat act 2nd sg πείρᾱ , πειράω attempt imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πείρα — η βαθιά γνώση που αποκτήθηκε στην πράξη, εμπειρία: Ο νέος δεν έχει πείρα από τη ζωή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πεῖρα — πείρω pierce aor ind act 1st sg (homeric ionic) πεῖρα trial fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεῖρᾳ — πεῖραι , πείρω pierce aor imperat mid 2nd sg πεῖραι , πείρω pierce aor inf act πεῖραι , πεῖρα trial fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πείρᾳ — πεί̱ρᾱͅ , πεῖρα trial fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πειρά — ή, Α [πείρω] (ποιητ. τ.) οξεία ακμή, κόψη, αιχμή («πειραὶ κοπάνων ἀνδροδαΐκτων», Αισχύλ.) …   Dictionary of Greek